Το ακηδεμόνευτο Κίνημα των Ειρηνοδικείων και η Ν ομιμότητα.

680x382_680_382_imagesmadeimagesremotehttp_cretalive.s3.amazonaws.com20432910422932_10203845202637949_4159783403600692847_n_587_382_s.jpg.jpg

Του Γιώργο Εμμ. Φραγκούλη

ΕΠΆΓΓΕΛΜΑ: Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο.

Αριθμός Μητρώου Δ. Σ. Ηρακλείου: 632

ΈΔΡΑ: Ηράκλειο Κρήτης,

Οδός 1866 αριθμός 82,

Τ 71202.

Λαϊκή Στάση Πληρωμών Ηρακλείου

Αφορμή για τους παρόντες προβληματισμούς αποτέλεσε για τον γράφοντα, το νεοπαγές

φαινόμενο‒που αποκαλώ εγώ, ίσως αυθαίρετα, «Το Κίνημα των Ειρηνοδικείων»‒της απόπειρας ματαίωσης κάθε Τετάρτη στα Ειρηνοδικεία της χώρας, των επιχειρούμενων πλειστηριασμών περιουσιών των πολιτών λόγω χρεών τους προς τις Τράπεζες αλλά και προς το Δημόσιο. ΠΗΓΉ.

Υποψήφιες προς εφαρμογή διατάξεις κατ’ αυτού του ‒ανεπιθύμητου για τους Εξουσιαστές και του ΕυρωΠΕΟΥΣ τοκογλύφους‒φαινομένου, ορθότερα, αυθόρμητης, ακηδεμόνευτης αντίδρασης των νεόδουλων της δεύτερης Γερμανικής ΚΑΤΟΧΗΣ, είναι οι επόμενες:
https://www.youtube.com/watch?v=cFDjMXB-D84

Ι) Στάση σε συνδυασμό προς Αντίσταση [άρθρα
169 και 167 του ισχύοντος Ποινικού μας
Κώδικα, αντίστοιχα]. Α) Σύμφωνα με το άρθρο 170 που καθορίζει [τυποποιεί] το έγκλημα της Στάσης, «§ 1. Όποιος με πρόθεση συμμετέχει σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που διαπράττει με ενωμένες δυνάμεις κάποια από τις πράξεις του άρθρου 167 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. § 2. Οι υποκινητές της στάσης, καθώς και εκείνοι που μεταχειρίστηκαν σωματική βία ή απειλές σωματικής βίας ή βιαιοπράγησαν, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών, αν άλλη διάταξη νόμου δεν τιμωρεί την πράξη με βαρύτερη ποινή». Σύμφωνα με το άρθρο 167 που καθορίζει [τυποποιεί] το έγκλημα της Αντίστασης, «§ 1. Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η μετατροπή ή η αναστολή της ποινής. § 2. Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του ή έγινε από περισσότερους, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη». Β) Κρίσιμες έννοιες, μεταξύ άλλων, για την στοιχειοθέτηση των υπό εξέταση εγκλημάτων αποτελούν οι έννοιες του υπαλλήλου και της βίας. Η πρώτη έννοια (του υπαλλήλου) καθορίζεται από τον ίδιο τον Ποινικό μας Κώδικας στο άρθρο 13 στοιχείο α. Σύμφωνα με την εκεί αυθεντική περιγραφή του, «υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου».

1.jpg
Γ) Η νομολογία του Αρείου Πάγου καθορίζει ως εξής το περιεχόμενο [ποινική υπόσταση, στην ορολογία
της Νομικής Επιστήμης] της Στάσης: «με τις διατάξεις του άρθρου 170 § § 1 & 2 του ΠΚ ορίζεται ότι … Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του υπ` αυτών προβλεπομένου και τιμωρουμένου εγκλήματος της στάσης αποτελεί η συμμετοχή σε δημόσια συνάθροιση πλήθους ανθρώπων, οι οποίοι με ενωμένες δυνάμεις διαπράττουν κάποια ή κάποιες από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 167 ΠΚ και συνθέτουν το έγκλημα της αντιστάσεως. Είναι δε η συνάθροιση του πλήθους δημόσια, όταν είναι δυνατή η συμμετοχή σ` αυτήν καθενός που επιθυμεί να γίνει μέλος της» [Άρειος Πάγος
απόφαση υπ’ αριθμό 2232/
2006
]. «Το έγκλημα της Στάσης αποτελεί μια διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της Αντίστασης [Ποινικός Κώδικας
άρθρο 167]. Η Στάση καθ’ αυτή δεν αποτελεί έγκλημα ειμή όταν το πλήθος με ενωμένες δυνάμεις τελεί κάποια πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 167 Ποινικού Κώδικα. Ένα έγκλημα όμως Στάσης υπάρχει όσες πράξεις αντίστασης κι αν τελούνται» [ΕισΑΠ
Αθ. Κονταξής
, ερμηνεία
ποινικού κώδικα, 2000, σελ. 1523]. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη, «Η στάση είναι συμμετοχή σε πλήθος που διαπράττει Αντίσταση» [προσβολές
κατά της πολιτειακής εξουσίας, έκδοση 1988,
σελ. 120 υπό πργφ. 1.3.1.Α.γ]. 1) Τι σημαίνει, άραγε, ο όρος συμμετοχή στο υπό εξέταση έγκλημα; Σύμφωνα με την Επιστήμη [Ι. Μανωλεδάκης,
προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας,
1988, από τη σειρά «εκδόσεις ποινικού
δικαίου», τόμος 7, σελ. 121-123], «συμμετοχή είναι η συνδρομή στη συγκρότηση φορέα συλλογικής αντίστασης. Δεν είναι λοιπόν συμμετοχή με την καθημερινή έννοια του όρου σε κάποιο πλήθος, αλλά σωματική και ψυχική στήριξη του πλήθους στην έκνομη ενέργεια του. . Και μόνη η σωματική και ψυχική υποστήριξη αυτού του εχθρικού προς την πολιτειακή εξουσία πλήθους συνιστά καθεαυτή αξιόποινη πράξη έστω και αν ο συμμετέχων δεν προβαίνει ο ίδιος σε οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια. Αντικειμενικά λοιπόν, συμμετοχή σημαίνει υλική συνένωση με το πλήθος. Απαιτείται τοπική συνάφεια των ατόμων, για τη συγκρότηση της ανθρώπινης εκείνης μάζας που θα μπορούσε να ονομασθεί πλήθος. Δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η αξιόποινη συμμετοχή ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της Στάσης η ψυχική απλώς επαφή με το πλήθος (π.χ. χειροκροτήματα από το μπαλκόνι), η επικοινωνία από μακριά με ασύρματο, τρανζίστορ ή άλλο ανάλογο τεχνικά μέσο επικοινωνίας από απόσταση. Μια τέτοια ψυχική επαφή μπορεί να συνιστά συμμετοχή με την έννοια των άρθρων 46 επ (δηλαδή ως ηθικών αυτουργών, έμμεσων συνεργών κλπ) στη στάση που διαπράττει από το πλήθος». Όποιος απλά παρευρίσκεται σε μια τέτοια παράνομη συνάθροιση δεν διαπράττει καμιά αξιόποινη πράξη. 2) Τι σημαίνει πλήθος στο υπό εξέταση έγκλημα; Κατά τον Αρεοπαγίτη [δικαστή της Ε.Ο. 17 Νοέμβρη] Μιχαήλ Μαργαρίτη, «ως πλήθος μπορεί να χαρακτηριστεί ομάδα προσώπων ο αριθμός των οποίων δεν είναι άμεσα διακριτός. Θα πρέπει τα άτομα αυτά να είναι συγκεντρωμένα και να παρέχουν στους εκτός της συνάθροισης την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα ενωμένο τοπικώς σύνολο. Ο αριθμός δεν πρέπει να είναι μικρότερος από 15, αλλά υπό ειδικές συνθήκες μπορεί και μικρότερος, αρκεί να μπορεί να προκαλέσει ανησυχία διατάραξης της δημόσιας τάξης» [ερμηνεία ποινικού κώδικα,
τρίτη έκδοση, 2014, άρθρο 170 § 2, σελ.
457]. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη «το πλήθος είναι έννοια ποιοτική και ποσοτική … Το πλήθος προϋποθέτει αριθμητική ποσότητα σε ενότητα: είναι αριθμός προσώπων ‒που. Αυτό σημαίνει πως η οποιαδήποτε προσπάθεια ποσοτικού μόνο προσδιορισμού του πλήθους δεν θα ήταν σωστή. Από την άλλη όμως πλευρά, ένα αριθμητικό minimum είναι απολύτως αναγκαίο για τη συγκρότηση αυτού του μεγέθους (το minimum αυτό είναι αναγκαίο για τη συγκρότηση της έννοιας του πλήθους και δεν μπορεί βέβαια να εξαρτάται από σκοπιμότητες του τύπου “αναλογία δύναμης πολιτειακής εξουσίας προς την εκδηλούμενη κατ’ αυτής αντίσταση. Έτσι, αν είναι ένας λ.χ. αστυνομικός που προσπαθεί να επιβάλλει την κρατική βούληση και τρεις οι πολίτες που του αντιστέκονται {αναλογία 1: 3}” δε θα πούμε ότι υπάρχει γι’ αυτό λόγο πλήθος, ενώ θα αρνηθούμε την έννοια αυτή σε περίπτωση που η αναλογία είναι 2 : 3 ή 3 : 3. το κείμενο εντός της παρένθεσης είναι από την υποσημείωση 13 του παραπάνω συγγράμματος του Ι. Μανωλεδάκη, σελίδες 124-125). Δε μπορεί λ.χ. να γίνει λόγος για πλήθος δύο ή τριών ατόμων» [στο ίδιο έργο του, σελίδες
124-125]. 3) Για την έννοια του «δημόσια συνάθροιση» παραπέμπω στην παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Όπως ερμήνευσε τον όρο αυτό «Είναι η συνάθροιση του πλήθους δημόσια, όταν είναι δυνατή η συμμετοχή σ` αυτήν καθενός που επιθυμεί να γίνει μέλος της». Επομένως, ένας περαστικός από μια παράνομη συνάθροιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εγκληματών. Δεν υπάρχει άλλωστε και η προϋπόθεση της ψυχικής συμμετοχής. Έννοια της συνάθροισης: Κατά τον ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή,είναι η «επί το αυτό (είτε για να εκφράσουν ή ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες, είτε να εκδηλώσουν ή προβάλλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα) μετά από προηγούμενη συνεννόηση προς λήψη αποφάσεως και κοινή ενέργεια. Η ενωτική-συλλογική συνείδηση της ενιαίας εμφανίσεως και δια των ενωμένων δυνάμεων δράση αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της συναθροίσεως. Άλλως πρόκειται περί απλού πλήθους. Υπό την ανωτέρω έννοια η συνάθροιση αποτελεί γεγονός περιορισμένης χρονικής διάρκειας, μετά δε τη λήξη αυτής ουδείς νομικός δεσμός υφίσταται μεταξύ των συναθροισθέντων» [στο ίδιο έργο
του, σελίδες 1524-1525]». Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη «…η ιδιότητα του πλήθους έγκειται εδώ στη σύναξη και παραμονή σε σύναξη για κάποιο σκοπό δημόσια.Πρόκειται για συγκέντρωση επί το αυτό, απροσδιορίστου αριθμού ανθρώπων. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πρέπει να είναι περαστικοί που πηγαινοέρχονται αλλά σταθερός πυρήνας που εμμένει στη σύναξη του. Μπορούν να προσέρχονται και να προστίθενται σ’ αυτόν και άλλοι άνθρωποι ή να “παραιτούνται” και να αποχωρούν ορισμένοι. Ένας όμως σταθερός πυρήνας ανθρώπινης μάζας είναι αναγκαίος για την πλήρωση της έννοιας “συναθροισμένο πλήθος”» [στο ίδιο έργο του σελ∙ 125 υπό § 1.3.ii]. 4) η έκνομη συμπεριφορά να διαπράττεται με ενωμένες δυνάμεις των συμμετεχόντων στο πλήθος. Κατά τον Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη «με ενωμένες δυνάμεις νοείται η εκτέλεση των πράξεων αντίστασης από περισσότερους του ενός που δρουν είτε ως συναυτουργοί, δηλαδή με συναπόφαση είτε ως παραυτουργοί, λ.χ. όταν ρίπτονται λίθοι από διάφορα σημεία της συνάθροισης. Δεν είναι δε ανάγκη να διαπράττει ο συμμετέχων στο πλήθος τις πράξεις αντίστασης αρκεί που τις αποδέχεται και ενώνεται για να ενισχύσει σωματικά, ψυχικά τις πράξεις αντίστασης» [στο ίδιο έργο του υπό § 4, σελ∙ 458]. Για την διάπραξη της παράνομης πράξης από περισσότερους του ενός, σύμφωνοι και Κονταξής [σελ. 1529] και Μανωλεδάκης [σελ.
126 υπό § 1.3.iv].

528030_279752055459664_2046010361_n.jpg
Κατ΄ άλλη άποψη, σημαντικών επίσης νομομαθών, αρκεί τέλεση πράξης και από ένα μέλος του πλήθους [Καρανίκας,
Γαρδίκας]. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη ερμηνευτική αρχή που κρατεί στο ποινικό δίκαιο, in dubiopro mittiore, θα πρέπει να προτιμηθεί, ως περισσότερο ευνοϊκή, η ερμηνεία που απαιτεί για την κατάφαση της Στάσης, τη διάπραξη των πράξεων αντίστασης από περισσότερα του ενός μελών του πλήθους. Κατά τον αλησμόνητο Δάσκαλο μου Γεώργιο‒Αλέξανδρο Μαγκάκη «η αρχή αυτή (in dubio pro mittiore) ορίζει ότι σε περίπτωση που μια ποινική διάταξη επιδέχεται πολλές, το ίδιο γερά θεμελιωμένες ερμηνείες, τότε πρέπει να προτιμηθεί η πιο ευνοϊκή για τον κατ/ νο. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωση που γεννιέται αμφιβολία ποια από τις πολλές και το ίδιο ισχυρές ερμηνείες αποδίδει την αληθινή βούληση του νόμου, επιβάλλεται να διαλέξουμε αυτή που είναι η ευμενέστερη για τον κατ/ νο, μια και αυτή εκφράζει το minimum, που σαν τέτοιο πάντως περιλαμβάνεται σ’ αυτή τη βούληση. Έτσι έχει διατυπωθεί και ισχύει η αρχή in dubio pro mittiore, δηλαδή η αρχή ότι σε περίπτωση ερμηνευτικού διλήμματος, πρέπει να προτιμηθεί η ευνοϊκότερη για τον κατ/ νο ερμηνεία» [ποινικό δίκαιο, τεύχος α΄, 1979, σελ. 73. Ο
ίδιος επίσης, στο σπουδαίο συλλογικό έργο
«συστηματική ερμηνεία του ποινικού κώδικα,
άρθρα 1-133, έκδοση 2005, άρθρο 1,
πλαγιάριθμος 62, σελ∙ 34»]. Κατά τον Πατριάρχη του Γενικού Μέρους του ποινικού μας κώδικα, Νικόλαο Χωραφά, πλήρους ειρωνείας!, «αν ο νομοθέτης δεν κατόρθωσε να εκφρασθεί‒ ίσως λόγω φόρτου εργασίας ‒αρκούντως σαφώς, δεν είναι έργον του δικαστού να καταδωρίζει εισιτήριον δια τας φυλακάς» [το περίφημο αυτό απόσπασμα υπάρχει στο έργο
του Δασκάλου μου Νικολάου Ανδρουλάκη,
Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τόμος Ι, 2006,
υποσημείωση 72, σελ∙ 116 αλλά και στο
περίφημο συλλογικό έργο «συστηματική
ερμηνεία του ποινικού κώδικα, άρθρα 1-133,
2005, άρθρο 1, πλαγιάριθμος 62, σελ∙ 34
(ερμηνεία αυτού του άρθρου από τον αείμνηστο
Δάσκαλο μου-και
αγωνιστή υπέρ της Δημοκρατίας

Γεώργιο –Αλέξανδρο Μαγκάκη)»]. Αλλά και κατά την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρέπει να ακολουθείται στην περίπτωση πολλών έγκυρων ερμηνειών ποινικού νόμου η σπουδαία ερμηνευτική αυτή αρχή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό760/ 1988 απόφαση της Ολομέλειας του [διαβάστε την στο βιβλίο «Ολομέλεια Αρείου
Πάγου 1950-2002
», επιμέλεια
έκδοσης, καθηγητή Λάμπρου Μαργαρίτη, έκδοση
2003, σελίδες 654-658, εδώ σελ. 657, «σε κάθε περίπτωση ερμηνείας
ποινικής διατάξεως
 
η οποία
καθιερώνει και τιμωρεί κάποιο έγκλημα, πρέπει να
στενεύονται και όχι να διευρύνονται τα
όρια της ερμηνείας αυτής
».